Λεξικό Ρεμπέτικου τραγουδιού. Γράμμα Τ





Λεξικό Ρεμπέτικου τραγουδιού. Γράμμα Τ.





Τ

Τέλι:
1. λεπτό σύρμα.
2. μεταλλική χορδή: (τα τέλια του μπουζουκιού).

Τέρτσος: Ρέστος, χαμένος.

Ταξίμι: Εισαγωγικό οργανικό κομμάτι της λαϊκής ή της δημοτικής μουσικής, όπου παρουσιάζεται και αναπτύσσεται ο δρόμος στον οποίο θα ακολουθήσει το κυρίως κομμάτι.

Ταπί: χωρίς λεφτά.

Ταράφι: Συμμορία, φατρία, ομάδα, κόμμα.

Ταρσανάς: Ναύσταθμος, ναυπηγείο.

Ταταύλα: Συνοικία της Κωνσταντινούπολης

Τεκές: Aρχικά σημαίνει μοναστήρι, ξενώνας και φιλανθρωπικό ίδρυμα. Αν σε κάποιους τεκέδες οι μοναχοί, οι δερβίσηδες, κάπνιζαν χασίσι, δυόσμο, λεβάντα ή άλλα βοτάνια, αυτό γινόταν μέσα από μια συγκεκριμένη διαδικασία πνευματικής έρευνας.

Τεμπεσίρι:
1. Κιμωλία
2. Ο πίνακας όπου γράφονταν με τεμπεσίρι τα βερεσέδια των πελατών.

Τερτίπι: Κόλπο, πονηριά, συμπεριφορά με πείσματα, καμώματα, νάζια.

Τζανταρμάς: Χωροφύλακας.

Τζαρές:
1. βελτίωση, καλυτέρευση, λύση.
2. τραύμα, πόνος, ψυχικός πόνος".
3. "Γιαρές" είναι και ερωτικό ανατολίτικο τραγούδι που τραγουδιέται με πάθος.
4. Στη Μάνη που λέγεται η λέξη αυτή, έχει και την έννοια «δύναμη».

Τζελέπη ή Τσελέπη:
Όρμος στο κέντρο του λιμανιού του Πειραιά.
Από το όνομα του Γιάννη Τζελέπη(*) πλούσιου κάτοικου της περιοχής

Τζες:
1. κάποιος που δεν εκτιμούμε ή δεν υπολογίζουμε.
2. αστυνομικός ή ρουφιάνος.
Μεταγενέστερες έννοιες της λέξης: μόρτης, μάγκας, παιδί.
Επίσης, ο ενεργητικός ομοφυλόφιλος άντρας.

Τζιβαέρι:
1. κόσμημα (φτιαγμένο από πολύτιμη πέτρα).
2. ως επιφώνημα: «θησαυρέ μου»

Τζιμάνι: Πολύ ξύπνιος, ικανός άνθρωπος.

Τζιτζιφιές: Στον όρμο του Φαλήρου, μεταξύ του Παλαιού και του Νέου Φαλήρου.

Τζογαδούρα: Πολύ στενό παντελόνι που προτιμούσε ο Κουτσαβάκης.

Τζούρα:
1. μικρή δόση, ρουφηξιά ναρκωτικού ή τσιγάρου, γουλιά.
2. το υπόλειμμα ενός υγρού στο δοχείο που το περιέχει.

Τζούρας: Στερημένος από ναρκωτικές ή μεθυστικές ουσίες.

Τζόγια, Τζόγια μου: H φράση απαντά σε πολλά παραδοσιακά νησιωτικά τραγούδια. Είναι και φράση δημοφιλής στην Κέρκυρα, όπως και στον Καραγκιόζη.
Στην Κέρκυρα, συγκεκριμένα, σημαίνει "χαρά μου", σε άλλες περιοχές "ψυχή μου", "καμάρι μου", "χρυσέ μου".

Τομπουρλίκα: Η εύσωμη, η παχουλή γυναίκα.

Τουμπεκί: Γενικά ο καπνός, ολόκληρο το φύλλο του καπνού.
Στον τεκέ, το τσιράκι του τεκετζή αναλάμβανε, καθισμένος στη γωνιά του, να τον ψιλοκόψει και δεχόταν και παρατηρήσεις, όταν τόλμαγε να πάρει μέρος στη συζήτηση των θαμώνων: εσύ, τουμπεκί ψιλοκομμένο.

Τουμπεκί, Κάνω τουμπεκί Τουμπέκα: Σώπα, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, προσποιήσου.

Τουμπελέκι, Τουμπερλέκι:
Κρουστό όργανο με ηχείο αρχικά από πηλό και μεταγενέστερα από μπρούτζο ή αλουμίνιο.
Το πίσω μέρος του ηχείου είναι ανοικτό για να ακούγεται ο ήχος, ενώ στο μεγαλύτερο επιστόμιό του εφαρμόζεται δέρμα ή πιο συχνά πλαστικό.
Το τουμπελέκι παίζεται και με τα δύο χέρια και κρατιέται κάτω από την αριστερή μασχάλη ή κρέμεται από τον αριστερό ώμο. Το δεξί χέρι χτυπά τους ισχυρούς χρόνους και το αριστερό τους αδύνατους. Το δεξί χτυπά συνήθως στο κέντρο της επιφάνειας, όπου έχουμε πιο βαθύ ήχο ενώ το αριστερό στην άκρη κοντά στο χείλος, όπου ο ήχος είναι πιο οξύς και πιο μικρής διάρκειας.

Τουρσέκι, Ντουρσέκι Τουρσεκάκι: Γωνία του δρόμου, σταυροδρόμι.

Τουφατζής: Ο φυλακόβιος.

Τούμπα: Περιοχή στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης,

Τούνεζι: Η Τυνησία.

Τραβηχτό: Το καλάμι από το οποίο ρούφαγαν τον αργιλέ.

Τραγιάσκα: Είδος κασκέτου που το φορούν συνήθως εργάτες.

Τρακάρω:
1. Συναντώ τυχαία
2. Παίρνω κάτι χωρίς να έχω τη διάθεση να το επιστρέψω.
3. Τρακάρομαι, είμαι τρακαρισμένος, φέρομαι με αμηχανία.

Τρούμπα:
Περιοχή του Πειραιά. Το όνομα της το οφείλει στην αντλία - που ήταν τοποθετημένη από σε πηγάδι, στην περιοχή αυτή, από το οποίο έπαιρναν νερό τα πλοία.

Τσίκα:
Μικροκομμένο κομμάτι μαύρο και επεξεργασμένο χασίς που τοποθετούσαν στον αργιλέ.

Τσίλια, Τσίλιες: Κρατάω τσίλιες Φυλάω τσίλιες, παραφυλάω μήπως παρουσιαστεί αστυνομικό ή άλλο εποπτικό όργανο, την ώρα που συνεργάτης ή συνεργάτες μου κάνουν κάτι παράνομο ή παράτυπο, ώστε να τους ειδοποιήσω έγκαιρα.

Τσιλιαδόρος:
1. αυτός που κρατάει τσίλιες, που φυλάει σκοπιά, που φρουρεί συνήθως για να γίνει κάποια ύποπτη, παράνομη δουλειά.
2. αυτός που παραφυλάει για κάτι.

Τσίλικος: Καινούριος, αστραφτερός, φινετσάτος.

Τσίφτης, Τσίφτισσα: Άνθρωπος πανέξυπνος, καπάτσος, μάγκας. Επίσης άνθρωπος άψογος:
1. στην εξωτερική του εμφάνιση.
2. στη συμπεριφορά του - άνθρωπος εντάξει

Τσαγκλί: Ξερό κλαδί

Τσακίρικος: (τσακίρικα μάτια): ελκυστικά, γοητευτικά.

Τσακιρισμένος: Σε κατάσταση έντονης ευφορίας, μεθυσμένος.

Τσακιστή: Η πόρτα.

Τσακιτζής: Εφές αρχιζεϊμπέκης του Αϊδινίου. Οργάνωσε από το 1899 ανταρσία κατά της Οθωμανικής εξουσίας, οι έρωτες και οι περιπέτειές του υμνήθηκαν εκτός από τους Τούρκους και από τους Έλληνες

Τσαλαπάτημα: Ποδοπάτημα, εξευτελισμός.

Τσαμπουκάς:
1. ζόρικη και μάγκικη συμπεριφορά, μαχητικότητα,
2. ζοριλίκι, φασαρία, αφορμή για παρεξήγηση.

Τσαμπουκαλεύομαι: συμπεριφέρομαι επιθετικά, εριστικά, δημιουργώ προβλήματα, παρεξηγιέμαι.

Τσανακάκια:
1. Τουμπελεκάκια, πήλινα τούμπανα.
2. γαβάθες, πήλινα πιάτα.

Τσαρδί: Σπίτι, καλύβι ή υπόστεγο σκεπασμένο με κλαδιά, άχυρο ή καλάμια.

Τσαχπίνης:
1. αυτός που με χαριτωμένα καμώματα προσελκύει την προσοχή και τη συμπάθεια των άλλων.
2. κυρίως για γυναίκα που προκαλεί το αντρικό ενδιαφέρον.

Τσερκέδες: Μελωδίες που τραγουδούσαν οι Τσερκέδες, Τούρκοι που κατοικούσαν στην περιφέρεια της Σμύρνης.

Τσερκέζος, Τσερκέζα
Ο Κιρκάσιος, η Κιρκασία.
Περιοχή της Ρωσίας.

Τσικ: Ωραίος, κομψός, γοητευτικός, άψογος.

Τσιράκι:
1. μαθητευόμενος τεχνίτης.
2. αυτός που έχει προσκολληθεί σε κάποιον ανώτερό του, στον οποίο προσφέρει τις υπηρεσίες του με αντάλλαγμα κάποιο προσωπικό όφελος.

Τσιρίγο: Τα Κύθηρα.

Τσοντάρω: Συμπληρώνω το ποσό κάποιο σκοπό, συνεισφέρω, βάζω μερίδιο.

Τσουβαλιάζεσαι: Καταλαβαίνεις, παίρνεις χαμπάρι.

Τσούρμο: Πλήθος ανθρώπων, πλήρωμα (κυρίως πλοίου), κωπηλάτες στις γαλέρες, κατάδικοι.

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο χορός είναι δώρο των θεών προς τον άνθρωπο.

Αφοσιωμένοι πιστά στην ιδέα ότι ο χορός ομορφαίνει την ζωή όλων μας και μας κάνει καλύτερους, αγωνιζόμαστε συνεχώς για την διάδοσή του.
Η ιστoσελίδα "pro-dance", με εντελώς δωρεάν και χωρίς διαφημίσεις παροχές, προσπαθεί καθημερινά να προσφέρει χρήσιμα για τον χορό πράγματα, κάνοντας τον χορό προσιτό ακόμα και σε αυτούς που δεν έχουν χρήματα για να ασχοληθούν με τον χορό ή κάποιο πρόβλημα τους κρατάει μακριά από αυτόν.

Περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά την εκπαίδευση στον χορό θα βρείτε: 
E-mail: info@pro-dance.gr
Τα μηνύματα χωρίς στοιχεία (όνομα-τηλέφωνο) δεν θα απαντηθούν.

Φωτογραφίες