Μάθετε τα πάντα για τον χορό

τα πάντα για τον χορό, δωρεάν και χωρίς διαφημίσεις!

info@pro-dance.gr  

Στο τμήμα «Νέα» θα βρείτε όλες τις πρόσφατες καταχωρήσεις.

Λεξικό Ρεμπέτικου τραγουδιού. Γράμμα Σ.

Σ

Σέρτικος: Βαρύς, σκληρός.

Σίδερα:
1. φυλακή.
2.χειροπέδες.

Σακουλεύομαι:
1. Αντιλαμβάνομαι τον κίνδυνο, την απάτη.
2. Υποπτεύομαι, υποψιάζομαι κάτι το οποίο προσπαθούν να μου κρύψουν.

Σαλβάρι: Είδος φαρδιού παντελονιού περισσότερο για γυναίκες, που σουρώνει στον αστράγαλο και στη μέση, παραδοσιακό ρούχο,κυρίως στην Aνατολή, από τα πολύ παλιά χρόνια.

Σαλτάρω:
1. πηδώ.
2. τρελαίνομαι.

Σαλταδόρος: Αυτός που είναι επιδέξιος στο να σαλτάρει. Ειδικότερα στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, αυτός που πηδούσε επάνω στα αυτοκίνητα των κατακτητών για να κλέψει. Επίσης μικροαπατεώνας, επιτήδειος

Σαμπαστιάς:
Πρόκειται για την καθολική εκκλησία του Saint Sebastian στην Άνω Σύρα.

Σαράκι: Μακροχρόνιος ψυχικός πόνος, καημός που δεν εκδηλώνεται και γι΄ αυτό φθείρει. Κυριολεκτικά, το έντομο που κατατρώει το ξύλο

Σαρμάκο: Σιωπώ, υποχωρώ, συμμαζεύομαι, κάνω τουμπεκί, κάνω πως δεν καταλαβαίνω.

Σατράπης, Σατράπισσα: Άνθρωπος αυταρχικός, σκληρός και βίαιος, με πράξεις και συμπεριφορές υπεροπτικές.

Σβάρνα, Παίρνω σβάρνα: Γυρίζω με τη σειρά, δεν αφήνω χώρο που να μην τον επισκεφτώ. Κατ' επέκταση, παρασύρω, χτυπώ.

Σβαρνίζω, Σβαρνώ: Αρχικά σημαίνει περιέρχομαι με σβάρνα (πλατιά και βαριά σανίδα δεμένη κατάλληλα με σκοινιά από άλογο ή βόδι) το χωράφι συμπληρώνοντας το έργο της άροσης. Μεταφορικά τιμωρώ, σκοτώνω.

Σεβιλλιάνες: Οι γυναίκες της Σεβίλλης, (Sevilla), πρωτεύουσας της νότιας Ισπανίας

Σεβντάς: Ο ερωτικός καϋμός, η λαχτάρα, ο έρωτας.

Σεκλέτι: Στενοχώρια, καημός, συνήθως ερωτικός.

Σελέμης: Αυτός που ζει σε βάρος των άλλων, ακαμάτης, αχαΐρευτος, το παράσιτο που ζει με δαπάνες άλλων.

Σελεμώ / -ίζω: Οικειοποιούμαι κάτι όχι δικό μου.

Σερέτης: Βαρύς, δύστροπος, σκληρός, ευέξαπτος.

Σεργιάνι: Περίπατος, βόλτα.

Σερμπέτι: Είδος πολύ γλυκού και αρωματικού αναψυκτικού.

Σεχραζάτ: Βασίλισσα της Βαγδάτης.

Σηλυβρία: Πόλη της Ανατολικής Θράκης στην Προποντίδα.

Σκέρτσο:
1. προσποιητός τρόπος συμπεριφοράς, ιδίως γυναίκας, για να φανεί χαριτωμένη, νάζι.
2. Επίσης μουσικός όρος: ζωηρό και εύθυμο μουσικό κομμάτι, τμήμα μιας ευρύτερης σύνθεσης.

Σκαλέτα: Τρόπος κλεψίματος στα χαρτιά. Ανακατεύονταν με τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει έλεγχος της σειράς με την οποία θα εμφανίζονταν.

Σκεντερία: Η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Σκούνα: Ιστιοφόρο πλοίο με ψηλά κατάρτια.

Σορολόπ: (το ρίχνω στο) σορολόπ:Συμπεριφέρομαι ανέμελα και αδιάφορα, κάνω ό,τι μου έρχεται αδιαφορώντας για τις συνέπειες ή δεν αντιμετωπίζω κάποιον σοβαρά.

Σουπιατζής: Καταδότης, ύπουλος.

Σουρμελίδικα: (μάτια) Μαύρα μάτια.

Σουρουκλεμές: άνθρωπος που γυρίζει από εδώ κι από εκεί, αχαΐρευτος.

Σουρτούκα: Αλήτισσα, γυναίκα που δεν μένει στο σπίτι αλλά γυρίζει εδώ κι εκεί, άτομο που του αρέσει να αλητεύει και να ζει άστατα και ανέμελα.

Σπαθί, Ξηγιέμαι σπαθί: Χωρίς περιστροφές, τίμια, ίσια, χωρίς πλάγια μέσα.

Σπαρματσέτο: Κερί, κατασκευασμένο από την ουσία spermaceti, η οποία όταν καιγόταν παρήγαγε ιδιαίτερα λευκή και λαμπρή φλόγα, γι΄αυτό ήταν και ακριβό.

Σπαχάνι: καπνός περσικός, παραφθορά της λέξης Ισπαχάν ή Ισφαχάν (παλιάς πρωτεύουσας της Περσίας).

Σπετσέρης: Φαρμακοποιός

Σπηλιά του Δράκου: στο Κερατσίνι, ο λεγόμενος μύλος του Δράκου

Στάμπα: Ειδικό σήμα που έραβαν οι Άγγλοι στην πλάτη του πουκάμισου των Ελλήνων αιχμαλώτων για να τους ξεχωρίζουν από τους Ιταλούς και Γερμανούς.

Σταυρωτής: Περιφρονητικά ο αστυνομικός, επίσης ο βασανιστής, ο τύραννος.

Στενή: Η φυλακή.

Στράφι: Πηγαίνει κάτι χαμένο, δεν αξιοποιείται ή καταστρέφεται.

Στραπατσάρω: Καταταλαιπωρώ κάποιον σωματικά ή ψυχικά. Επίσης προκαλώ μεγάλη ζημιά, τσαλακώνω.

Στόκολο: Το άνοιγμα στον ατμολέβητα του μηχανοστασίου για την τροφοδότηση με κάρβουνο.

Συγγρού (φυλακές): Γνωστές για τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων

Συνάχι: Η χρήση σκληρών ναρκωτικών.

Συναχωμένος: Αυτός που έχει πάρει σκληρά ναρκωτικά που παίρνονται από τη μύτη (μυτιές), πρέζες, όπως η κόκα, η ηρωίνη κ.λ.π.

Συρμός:
1. μόδα, συνήθως στην έκφραση "είναι του συρμού"= είναι μοντέρνο, είναι της μόδας (με αρνητική φόρτιση).
2. αμαξοστοιχία, τρένο.

Σωτήρχαινας: Κτηνοτρόφος από τη Λειβαδιά.

Σότος: Φορτωμένος, ματσωμένος.

Σύρμα: Το πολύ καλής ποιότητας μαύρο (χασίς), τόσο καλό που έπεφτε σύρμα για την ύπαρξή του, έτρεχαν να ειδοποιήσουν, διαδόθηκε η κυκλοφορία του.

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο χορός είναι δώρο των θεών προς τον άνθρωπο.

Αφοσιωμένοι πιστά στην ιδέα ότι ο χορός ομορφαίνει την ζωή όλων μας και μας κάνει καλύτερους, αγωνιζόμαστε συνεχώς για την διάδοσή του.
Η ιστoσελίδα "pro-dance", με εντελώς δωρεάν και χωρίς διαφημίσεις παροχές, προσπαθεί καθημερινά να προσφέρει χρήσιμα για τον χορό πράγματα, κάνοντας τον χορό προσιτό ακόμα και σε αυτούς που δεν έχουν χρήματα για να ασχοληθούν με τον χορό ή κάποιο πρόβλημα τους κρατάει μακριά από αυτόν.

Περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά την εκπαίδευση στον χορό θα βρείτε: 
E-mail: info@pro-dance.gr
Τα μηνύματα χωρίς στοιχεία (όνομα-τηλέφωνο) δεν θα απαντηθούν.